Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

"Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών".

Ο Μαρσέλ Προυστ κάνει βαρκάδα στον Κορινθιακό κόλπο*

Στη σκιά της ανθισμένης νιότης καθόταν κάθε μέρα ο γερο-Αναξίμανδρος.
Τόσο δε γέρος ήταν ο ξακουστός μοναστής,
που τα χείλη κρατούσε σφαλιστά, δε μειδιούσε, κι ούτε πολυκαταλάβαινε
τη γιορτή εκείνων των χρυσών μαλλιών, εκείνων
των γέλιων και των σκανταλιών των πιο όμορφων κοριτσιών της Κορίνθου.

Ήταν προς το τέλος της ζωής του,
όταν ο κόσμος μονολογούσε βλέποντάς τον να περνάει:
Του Αναξίμανδρου του μένουν το πολύ τρία με τέσσερα ηλιοτρόπια να μαδήσει.
ήταν σ' εκείνο το κομματάκι του χρόνου λίγο πριν το θάνατο,
όταν ο Αναξίμανδρος ανακάλυψε τη λύση του αινίγματος του χρόνου.

Ήταν εκεί στην Κόρινθο, πλάι στον κόλπο, περιτριγυρισμένος από κορίτσια ανθισμένα.
Τον είχε πιάσει η άκακη μανία
να προστατεύεται μ' ένα παρασόλι μισό πράσινο, το άλλο μισό γαλάζιο την ώρα του μεσημεριού.
δε χαιρετούσε τους συνομηλίκους του, δε σύχναζε στα μέρη των γερόντων,
κι ούτε έμοιαζε να έχει κάτι το κοινό μ' αυτούς της αγοράς
εκτός απ' τα γηρατειά και το χιόνι γύρω από τις γνάθους: ο Αναξίμανδρος
είχε μετοικήσει στο χρόνο της ανθισμένης νιότης,
σαν κάποιον που αλλάζει χώρα για να γιατρευτεί από ασθένεια παλιά.

Έφθανε το μεσημέρι στη γάργαρη σκιά των κοριτσιών της Κορίνθου.
σέρνοντας τα πόδια του, ατάραχος, ανοιχτό το παρασόλι, και καθόταν σιωπηλός,
καθόταν ανάμεσά τους για να ακούει το τιτίβισμά τους, να παρατηρεί
την ντελικάτη γεωμετρία σ' εκείνα τα σταρένια γόνατα, να διακρίνει
κάποιο φευγάτο περιστέρι με ρόδινο φτέρωμα
να πετά κάτω απ' το γεφυράκι των ώμων.
Τίποτα δεν έλεγε ο γερο-Αναξίμανδρος
και τίποτα δεν έμοιαζε να τον θορυβεί κάτω απ' το παρασόλι του,
καθώς ένιωθε το χρόνο να περνά ανάμεσα στις γλυκές κόρες της Κορίνθου,
ο χρόνος που 'χε γίνει μια ψιλή βροχή από χρυσαφένιες καρφίτσες,
από γυαλάδα βρεγμένων κερασιών,
ο χρόνος που σε άλλους τόπους πλησιάζει επιτακτικά στα χείλη του
ανθρώπου ένα κύπελλο με δηλητήριο,
πρόσφερε εκεί το μεσημέρι νέκταρ και εκλεκτή αμβροσία,
σαν να 'θελε κι ο ίδιος, ο χρόνος, να ζήσει και να γίνει πρόσωπο, και να ευωχηθεί
σε σάρκας λείο ιστό, σε ματιάς ιριδισμό γαλαζοπράσινο.

Σιωπηλός ο Αναξίμανδρος
σαν κύκνος έπλεε καθημερινά και ενδημούσε στα νέφη του κάλλους.
ήταν εκεί, μέσα κι έξω από το χρόνο,
ρουφώντας αργές γουλίτσες αιωνιότητας,
γουργουρίζοντας σαν γάτος πλάι στη σόμπα.
Το δειλινό γύριζε στο σπίτι του,
και περνούσε τη νύχτα γράφοντας μικρά ποιήματα
για τις πολυκέλαδες περιστέρες της Κορίνθου.

Οι άλλοι σοφοί της πόλης μουρμούριζαν ακατάπαυστα.
Ο Αναξίμανδρος είχε γίνει, πιο πολύ κι απ' την ιεροτελεστία της συγκομιδής
και απ' την κίνηση στο λιμάνι,
το αγαπημένο θέμα των γηραλέων συναθροίσεων:
"Πάντα σας έλεγα, ω γέροντες της Κορίνθου"
διατεινόταν ο άσπονδος εχθρός του Πρόδικος
"ότι αυτός δεν ήταν αληθινά σοφός,
μήτε καν ένας άνδρας στοιχειωδώς ευσχήμων.
Το έργο του; Όλο αντιγραφή. Όλο επανάληψη. Αλλά κούφιο από μέσα.
'Αδειο σαν το πιθάρι του κρασιού όταν οι γιοι της Θήβας
έρχονται να γευτούν το φως των αμπελώνων της Κορίνθου".

Ο Αναξίμανδρος διέσχιζε ατάραχος τους δρόμους της πόλης, τραβώντας για τον κόλπο.
Είχε ανοιχτό το γαλάζιο του αλεξήλιο, κι έπιανε στον αέρα τον απόηχο των συμβάντων:
μέρα με τη μέρα κατέβαινε στα υπόγεια του χρόνου κάποιος σεβάσμιος πρεσβύτης.
Οι μαντατοφόρες της Περσεφόνης αφάνιζαν, μέρα τη μέρα, τους σοφούς,
και μόνο οι στάχτες τους κυλούσαν,
για τ' ανοιχτά, μέσα απ' τα νερά της Κορινθιακής θάλασσας,
τα σκεπασμένα με βιολέτες.

Όλοι αναχωρούσαν, κι ο Αναξίμανδρος έμενε εκεί, τριγυρισμένος από κορίτσια,
καθισμένος στον ήλιο.
Μια πτυχή απ' το χιτώνα της Αταλάντης, ο λαιμός της Αγλαΐας,
καθώς η Αγλαΐα ύψωνε στον ουρανό τον ύμνο της για να μιμηθεί τις μελωδίες του αηδονιού,
ένα χαμόγελο της Αναδυομένης, ήταν όλη η τροφή που ο Αναξίμανδρος ζητούσε:
κι ήταν εκεί, παρέμενε εκεί, όταν όλα γύρω του είχαν εξατμιστεί.

Μια μέρα, από μακριά,
φάνηκε μια μικρή βάρκα πίσω απ' τον ορίζοντα του κόλπου της Κορίνθου.
Βρισκόταν μέσα, κωπηλατώντας με κουρασμένο πείσμα ασθματικού,
ένα ανθρωπάκι:
το κεφάλι του κάλυπτε ένα ψάθινο καπέλο,
ένα λευκό ψάθινο καπέλο με κόκκινη κορδέλα. Από κείνη τη γωνιά
το ανθρωπάκι κοιτούσε προς την καρδιά του κόλπου, και διέκρινε από πολύ μακριά
ένα γαλάζιο αλεξήλιο, μια κουκκίδα στεφανωμένη φως. Κατά κει τραβούσε.

Μ' επιμονή, με πείσμα, ψιθυρίζοντας ένα τραγουδάκι, το γαντοφορεμένο ανθρωπάκι
κωπηλατούσε ασταμάτητα. Ο Αναξίμανδρος άρχισε να μειδιά.
Η βάρκα, ακίνητη στη μέση του κόλπου,
νικούσε κι αυτή το χρόνο. Απ' το λευκό ψάθινο καπέλο φάνηκε ότι ο άνθρωπος
γυρνούσε αργά πίσω.

Εκείνη τη νύχτα, λίγο πριν πλαγιάσει,
ο Μαρσέλ Προυστ φώναζε ξαναμμένος στο δωμάτιό του:
"Μητέρα, φέρτε μου κι άλλο χαρτί, φέρτε μου όσο χαρτί μπορείτε.
Θα αρχίσω ένα νέο κεφάλαιο στο έργο μου.
Θα του δώσω τον τίτλο: "Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών".

Γαστόν Μπακέρο
[1973]

Δεν υπάρχουν σχόλια: