Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

Η μελαγχολία των ημερών


Εδώ και καιρό οι μέρες μοιάζουν ναρκωμένες. Μιλάμε για χειμέρια νάρκη. Όμοια με αυτή που πέφτουν αρκούδες. Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν με τις βδομάδες και τους μήνες.
Το μόνο που αλλάζει τα τελευταία χρόνια είναι η χωρητικότητα των μαγνητικών δίσκων και η ταχύτητα των επεξεργαστών. Ο νόμος του Μουρ λένε τα φρικιά της τεχνολογίας.

Αρκεί να σας πω ότι διανύουμε μια περίοδο όπου στις κυριακάτικες εκδόσεις των εφημερίδων, οι περισσότερες ειδήσεις κρύβονται στις διαφημίσεις, παρά στις σελίδες της ειδησεογραφίας. Μιλάμε για ειδήσεις φυσικά και όχι κλαυθμούς, βορβορυγμούς και άλλες εκδοχές της εκσπερμάτωσης των πιεστηρίων.

Τα διαφημιστικά ένθετα για τεχνολογικά προϊόντα μοιάζουν με καλοτυπωμένα τετράχρωμα περιοδικά.
Μεταξύ δυο τέτοιων ενθέτων, αν δεν υπάρχουν ημερομηνίες έκδοσης, εύκολα θα μπορεί κάποιος να διακρίνει ποιο ανήκει στη σημερινή και ποιο στην προ διετίας Κυριακή.
Αντίθετα κάτι τέτοιο γίνεται όλο και πιο δύσκολο με την ειδησεογραφική ύλη μιας εφημερίδας.
Τα νέα μοιάζουν να επαναλαμβάνονται μονότονα και οι άνθρωποι να πιστεύουν ότι η τεχνολογία κρύβει μια απάντηση για το αδιέξοδο του καθένα. Είναι μια εποχή κάνουν θραύση η κατάθλιψη και η χοληστερίνη.

Ο καφές έξω και το ξεφύλλισμα των κυριακάτικων εκδόσεων για κάποιους από τη γενιά μου παραμένουν αξίες σταθερές σαν τις λιτανείες των θρησκόληπτων σε περιόδους ανομβρίας.
Είναι μέρες γιορτών όμως και της γης οι κολασμένοι έχουν κατακλύσει οτιδήποτε έχει τέσσερα πόδια και φέρνει σε καρέκλα. Ευτυχώς ήρθα νωρίς.

Δίπλα ακριβώς, δυο προλετάριοι της ζωής πίνουν τον καφέ τους μέσα σε τεράστια ποτήρια γεμάτα παγάκια. Έχουν αραδιάσει πάνω στο τραπέζι τρία – τέσσερα κινητά, πακέτα με τσιγάρα, κλειδιά και ένα μάτσο πολύχρωμες αθλητικές εφημερίδες.
Σχολιάζουν σαν οπλοπολυβόλα τις φάσεις ενός μαγνητοσκοπημένου αγώνα που προβάλει σαν ξαναπλυμένη μπουγάδα, κάποια οθόνη.

Αμφότεροι έχουν περάσει τα πενήντα και καλπάζουν αμέριμνοι προς την τελική αναμέτρηση, σαν γρεναδιέροι του Ναπολέοντα πριν τον λασπωμένο κάμπο του Βατερλό.
Ο ένας έχει μια κοτσίδα και υποχείλια υποψία από γενάκι. Υπολείμματα και τα δυο, συναπαντήματος της νεότητας με κάποιο από τα παράλληλα ρεύματα που συνόδευσαν κάποια πολιτισμική καταιγίδα.
Η εμφάνιση του άλλου, αντλεί υποδείγματα από κάποια άγονη γραμμή της λαϊκής μουσικής. Από αυτές που διαθέτουν γιάφκες εκκωφαντικής τελετουργίας στην εθνική οδό.

Προφανώς, έχοντας παρατηρήσει κάποιες από τις συνταγές του περιοδικού γαστρονομίας που ξεφυλλίζω, πριν καν ανοίξω της κυριακάτικη εφημερίδα μου, ο ένας εκ των δυο τρις στασίμων στο εξατάξιο της εξέλιξης του είδους, σχολιάζει στον άλλο: «Μ’ αρέσει να τρώω αυτές τις συνταγές, αλλά να τις έχουν μαγειρέψει άλλοι…» και σκάει στα γέλια.

Ο δυστυχής, μισό αιώνα άνθρωπος δεν έχει καταλάβει ακόμη κάτι τόσο εύκολα ανιχνεύσιμο, όσο και οι ακαθαρσίες των σκύλων στα πεζοδρόμια: στη ζωή η προσπάθεια έχει μεγαλύτερη σημασία από το αποτέλεσμα και η πράξη της δημιουργίας από το δημιούργημα.

Πιο πέρα, κάποιος άλλος προσπαθεί να πουλήσει ένα κινητό τηλέφωνο, σε μια παρέα εφήβων με ακανόνιστες φράντζες και χαμηλοκάβαλα ξεφτισμένα παντελόνια. Είναι σαραντάρης και τα ρούχα του δείχνουν ακριβά, αλλά φθαρμένα από τον καιρό και τη έλλειψη φροντίδας.

Το τηλέφωνο που προσπαθεί να πουλήσει, είναι ακόμη στο κουτί της συσκευασίας και το δίνει στο ένα τρίτο της τιμής που το είχε πάρει δυο ώρες πριν. Το είχε αγοράσει με την τελευταία πιστωτική που δεν είχαν ακυρώσει ακόμη οι τράπεζες. Είναι το τρίτο τηλέφωνο που προσπαθούσε να πουλήσει σήμερα παραμονή Χριστουγέννων. Τα αγόρασε διακόσια ευρώ το καθένα και τα πουλάει προς εβδομήντα, για να εξασφαλίσει μετρητά.

Γυναίκα και κόρες τον είχαν κάνει πέρα εδώ και χρόνια. Σκοπεύει να δώσει τα εκατό ευρώ για τη διατροφή και από πενήντα σε κάθε παιδί.
Οι γιορτές είναι μια αφορμή για να περάσει λίγες ώρες με τα παιδιά του και δεν σκοπεύει να αφήσει καμιά ατυχία να του χαλάσει αυτή την ευκαιρία. Πάνε μήνες έχει να εισπράξει ένα αληθινό μισθό και τα περιθώρια και για λίγη οικογενειακή θαλπωρή έχουν στενέψει.

Απέναντι, μια ξανθιά με βαμμένα σε ένα βαθύ πορφυρό χρώμα τα γαμψά της νύχια, παριστάνει την τραπεζική θυρίδα, όπου κάποιος μπορεί να καταθέσει με ασφάλεια το μέλλον του.

Έχουν παρέλθει αρκετοί Μάηδες από πάνω της και η άλλοτε λεπτή μέση έχει σαρκωθεί αμετάκλητα. Σαν αντίβαρο, ανυψώνει το οξυπύθμενο τακούνι της μπότας και βυθίζει περισσότερο το ήδη αβυσσαλέο ντεκολτέ.

Οι γυναίκες αυτού του φυράματος, μοιάζουν με τις ιδεολογίες που σημάδεψαν την εποχή μας. Στην φάση της παρακμής πλειοδοτούν σε λαϊκισμό και γίνονται επικίνδυνες για όσους έχουν χάσει διεύθυνση και αριθμό προορισμού. Για τους άλλους, απλά παραμένουν φιγούρες αστείες και εύκολα εκμεταλλεύσιμες. Ομοια με προλετάριους της οικονομίας σε εποχές ανεργίας.

Έξω το κρύο ξυρίζει. Τα κασκόλ των περαστικών ανεμίζουν σαν πολύχρωμες σημαίες. Οι μόνες σημαίες που δεν τις κρατάνε χέρια επαγγελματιών και ανεμίζουν αυτά τα χρόνια. Έχουν ξεχυθεί στους δρόμους για τα ψώνια, σαν τους τροφίμους κάποιου ασύλου που έχουν έξοδο.
Η σερβιτόρα που φέρνει τον καφέ έχει τη μέση ακάλυπτη. Ανάμεσα στα δυο λακκάκια που εξέχουν πάνω από τις κωλότσεπες του τριμμένου μπλου τζιν, χαρτογραφείται η πάνω πλευρά ενός γεωμετρικού τατουάζ. Εξέχει σαν σκοτεινή σκιά στην άκρη του ορίζοντα σε αχαρτογράφητη θάλασσα.

«Τσεχ ρεπάμπλικ..» μου απάντησε όταν την ρώτησα για την καταγωγή της. Άλλο ένα συννεφάκι που δραπέτευσε από τα σκοτεινά δάση της Βοημίας για λίγα μετρητά, ήλιο και πολλές ελπίδες. Εν τω μεταξύ οι σκληροί δίσκοι έχουν αρχίσει να μετράνε την χωρητικότητα σε τέραμπαϊτς, αδιαφορώντας για την μελαγχολία μιας ζωής χωρίς ειδήσεις.

3 σχόλια:

Chrysotheras είπε...

Τὸ "μελαγχολῖζον" tableau vivant ποὺ σκιαγράφησες, ἀγαπητὲ Καγκελάριε, φέρνει στὸ νοῦ Ντικενσιανὲς περιγραφὲς παγερῶν, λευκῶν και γκρίζων μελλοντικῶν Χριστουγέννων....
Ἔξοχο.
Υ.Γ. μήπως σκοπεύεις να μεταπηδήσῃς ἀπό τα οἰκονομικὰ στὰ φιλολογικὰ;

Καγκελάριος είπε...

Τα οικονομικό ρεπορτάζ εξασφαλίζει τον ζειν. Το λογοτεχνικό ένα από αυτά που βοηθάνε στο ευ ζειν..
Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια...

Daria Pavlovna είπε...

Μελαγχόλησα....
Καλές γιορτές παρόλα αυτά.