Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

H μέρα του μεγάλου πανικού...


Ο πανικός μαινόταν ολημερίς, δίχως σταμάτημα ή κώλυμα.

Η απογευματινή συνέλευση εκτυλίχθηκε μέσα σε πανδαιμόνιο.

Πλήθος κατεστραμμένοι συναλλασσόμενοι όρμησαν παραπαίοντας προς το βήμα, μισοτρελαμένοι απ' τις ζημιές τους και αποβλακωμένοι ή αποχαλινωμένοι απ' το πιοτό, ενώ ολάκερη η αίθουσα αντηχούσε απ' τα ουρλιαχτά και τις βρισιές.


Ο χώρος έξω απ' το «κάγκελο» ήταν μπλοκαρισμένος από αποκαμωμένα πρόσωπα, πάνω στα οποία ήταν γραμμένη μία μονάχα λέξη, τρέξτε! Κοντά στην πόρτα στεκόταν ζαρωμένη με αγριεμένο βλέμμα μια μορφή ντυμένη με μαύρα ρούχα χηρείας. Είχε ρισκάρει το τελευταίο της δολάριο στη Fort Wayne, που πωλούνταν προς 90 δολάρια.


Στάθηκε κει για μια στιγμή μόνο κι έπειτα χάθηκε για πάντα μες στην υγρή παγερή νύχτα.


Πάνω απ' όλες τις κατάρες ακουγόταν το όνομα «Μορς». Η ανθρώπινη φύση επιδείκνυε τώρα τη χυδαιότερη πλευρά της. Κανένα επίθετο δεν ήταν αρκετά πρόστυχο ώστε να ταιριάξει με τ' όνομα του τσακισμένου κεφαλαιούχου.


Μέσα σε μια μέρα είχε γκρεμιστεί απ' τον Κολοφώνα της δόξας του, όπως ο Εωσφόρος. Οι άνθρωποι που μόλις εχτές τον εξυμνούσαν, τώρα συναγωνίζονταν ποιος θα τον βρίσει χυδαιότερα.


Η πτώση του πρώην βασιλιά είχε και μια ενδιαφέρουσα συνέχεια. Μερικά χρόνια αργότερα, εντελώς στην ψάθα, ο Μορς είχε ξεπέσει στη ζητιανιά έξω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας όταν έγινε αντιληπτός από ένα μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών της Νέας Υόρκης. Το μέλος αυτό μεταβίβασε την είδηση στους συναδέλφους του.


Οι τιμές των μετοχών με τις οποίες ο Μορς αρεσκόταν στην ακμή του να παίζει ανατιμητικά παιχνίδια η Fort Wayne, η Reading και η Old Southern ανέβηκαν αμέσως κατά 5%. Ίσως μια επίσκεψη του Μπάνκερ Χαντ στο Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Νέας Υόρκης (COMEX), την έδρα της αγοράς αργύρου, να είχε παρόμοια επίπτωση στον χρυσό και τον άργυρο, που μετά την πτώση του Χαντ είχαν άτονα βαλτώσει σε τιμές κάτω απ' το ήμισυ των προηγουμένων επιπέδων τους.


Τα πρώην μέλη που περιφέρονται τριγύρω απ' τη Γουόλ Στριτ στερημένα από κάθε κεφάλαιο, αποκαλούνται «φαντάσματα» ή «ξοφλημένοι». Ο φύλακας του κοιμητηρίου της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας έχει το νου του για να τους δει, μα εκείνοι χάνονται στο αναβόσβημα ενός χτυπήματος του ενός όγδοου της μονάδας.


Αν ρωτήσετε πώς ζει ένα φάντασμα δίχως χρήματα στη Γουόλ Στριτ, η στερεότυπη απάντηση είναι «Δεν ζει. Απλώς υπάρχει».


Περιγράφοντας μερικούς επιφανείς ακάλυπτους πωλητές του 19ου αιώνα, ο Ριγκς διατυπώνει μια προφητική προειδοποίηση, που 100 χρόνια αργότερα εξακολουθεί να διατηρεί το σφρίγος της.


Από Β. Νιεντερχοφερ: Μαθήματα κερδοσκοπίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: